Οι κουκουβάγιες, με το τεράστιο κεφάλι και τα μεγάλα, ορθάνοιχτα μάτια, δε θα μπορούσαν παρά να είναι η προσωποποίηση της ευφυίας, της σοφίας, ένας συμβολισμός που επιζεί ως και σήμερα. Η Αθηνά, ως θεά της σοφίας, δε θα μπορούσε να έχει επιλέξει άλλο πλάσμα ως ιερό της ζώο. Ήταν επομένως φυσικό που η αγαπημένη της πόλη, η Αθήνα, ήταν γεμάτη κουκουβάγιες.
Υπήρχαν τόσες πολλές στο λεκανοπέδιο που η φράση “κομίζω γλαύκα εις Αθήνας” ήταν συνώνυμο του “φέρνω γλυκά σε ζαχαροπλάστη.” Κι όμως, αυτή η πόλη φέρθηκε σκληρά στα ιερά της πουλιά. Η άναρχη οικοδόμηση του 20ού αιώνα κάλυψε τους βιότοπους με πολυκατοικίες με αποτέλεσμα οι κουκουβάγιες να εξαφανιστούν από την πόλη. Ή τουλάχιστον, έτσι νόμιζα.
Τις προάλλες όμως, να που εντόπισα μια παράξενη σιλουέτα στο σταυρό της εκκλησίας των Αγίων Αποστόλων στην Αρχαία Αγορά. Δε θα μπορούσε να ανήκει σε κανένα άλλο πλάσμα. Με την πλάτη γυρισμένη στον ήλιο περίμενε το σκοτάδι για ν’ αρχίσει να κυνηγά. Κι εκεί που γυρόφερνα την εκκλησία προσπαθώντας να βρω μια καλύτερη οπτική γωνία, γυρνά ξαφνικά και με κοιτάζει με ένα βλέμμα σταθερό, διαπεραστικό. Ήταν σα να με ρωτούσε “Τι κάνατε στην πόλη μου, Αριστοτέλη;”
Ω μεγάλη Αθηνά, προστάτιδα της πόλης, λυπάμαι ειλικρινά για το χάλι που αντικρίζεις.











